ἑωυτοῦ

ἑωυτοῦ, [full] ἑωυτέων. [dialect] Ion. for ἑαυτοῦ, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑωυτοῦ — ἑαυτοῦ Stadtrecht von Gortyn neut gen sg (ionic) ἑαυτοῦ Stadtrecht von Gortyn masc gen sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εωυτού, εωυτέων — ἑωυτοῡ, ἑωυτέων (Α) ιων. τ. αντί ἑαυτοῡ, ἑαυτῶν …   Dictionary of Greek

  • АНАКСАГОР —     АНАКСАГОР Ἀναξαγόρας) из Клазомен (500 428 до н. э.), др. греч. философ и ученый, систематизатор основных проблем философии досокра товского периода (см. Досократики), первый крупный мыслитель, постоянно учивший в Афинах.     ЖИЗНЬ. А.… …   Античная философия

  • έραμαι — ἔραμαι (Α) 1. νιώθω ερωτική επιθυμία («ἠράσθη τῆς ἑωυτοῡ γυναικός», Ηρόδ.) 2. επιθυμώ υπερβολικά κάτι («ὃς πολέμου ἔραται ἐπιδημίου», Ομ. Ιλ.) 3. επιθυμώ πολύ («ἀνδρῶν τυράννων κῆδος ἠράσθη λαβεῑν», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Τόσο το ρ. έραμαι όσο και ο ιων …   Dictionary of Greek

  • εαυτού — ής, oύ (AM ἑαυτοῡ, ῆς, οῡ Α και αὑτοῡ, ῆς, οῡ) αυτοπαθής αντωνυμία γ προσώπου (α. «ἔρριπτον εἰς ὕδωρ σφᾱς αὐτούς» έπεφταν στο νερό β. «αὐτὸ ἐφ ἑαυτό» μόνο του, άσχετα από άλλα γ. «αὐτὸ καθ ἑαυτό» αυτό εξεταζόμενο μόνο του αποκλειστικά) αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • εκπίμπλημι — ἐκπίμπλημι (Α) 1. γεμίζω εντελώς («κρατῆρα ἐξέπληξεν», Ευρ.) 2. χορταίνω 3. εκπληρώνω («Πολυκράτης μὲν νῡν ἐξέπλησε μοῑραν τὴν ἑωυτοῡ», Ηρόδ.) 4. αποτίνω 5. συμπληρώνω, τελειώνω …   Dictionary of Greek

  • εξαγγέλλω — (AM ἐξαγγέλλω) νεοελλ. ανακοινώνω, μεταδίδω απόφαση ή είδηση με επισημότητα μσν. εκθέτω στον εξομολόγο, εξομολογούμαι αρχ. (ενεργ. και μέσ.) 1. αναγγέλλω ή ανακοινώνω κάτι, ιδίως μυστικό ή σπουδαία πληροφορία (α. «ἵν ἐξαγγέλλοιεν κατὰ μῆνα τῷ… …   Dictionary of Greek

  • καθιστώ — (AM καθίστημι, Α και καθιστάνω και καθιστῶ, άω) 1. ορίζω, διορίζω, τοποθετώ (α. «μέ κατέστησε υπεύθυνο για όσα συμβούν» β. «τόν κατέστησε κληρονόμο του» γ. «κατέστησε τύραννον εἶναι παῑδα τὸν ἑωυτοῡ», Ηρόδ.) 2. κάνω κάποιον να γίνει κάτι, να… …   Dictionary of Greek

  • κατοχή — Πεδινή κωμόπολη (υψόμ. 20 μ., 2.890 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βονίτσης και Ξηρομέρου του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού, 22 χλμ. ΒΔ του Μεσολογγίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Οινιάδων. Σε κοντινή απόσταση… …   Dictionary of Greek

  • πάθη — πάθη, ἡ (Α) 1. η παθητική κατάσταση, η κατάσταση δηλ. κατά την οποία κάποιος υφίσταται κάτι 2. το συμβάν, η περιπέτεια κάποιου προσώπου ή πράγματος («κατ ὁδὸν δὲ πυθέσθαι πᾱσαν τὴν ἑωυτοῡ πάθην», Ηρόδ.) 3. συμφορά, πάθημα 4. στον πληθ. αἱ πάθαι… …   Dictionary of Greek

  • πράξη — η / πράξις, εως, ΝΜΑ, ιων. τ. πρῆξις, ήξιος, Α [πράττω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πράττω, η επιτέλεση έργου και το επιτελούμενο έργο (α. «η πράξη τού αποτρόπαιου φόνου» β. «μιᾱς δὲ μόνον μνησθήσομαι πράξεως», Ισοκρ.) 2. το επιτελούμενο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.